34

1 /

Ληστής

Καθώς κλώθουμαι στα πόδια σου
σα γάτα στο κρεβάτι,
έχω απέναντι μου ένα σπασμένο
του παραθύρου τζάμι .
Περνά από μέσα κρύος αέρας
κι ένα σπουργίτι κάθε πρωί
που πάντα κόβεται λιγάκι στο φτερό .
Μα θέλει να μπει
γιατί έξω έχει κρύο
και ύστερα που φοβάται
και χτυπιέται στα ντουβάρια
για να βγει ,
όλο μια στάλα αίμα
απ ‘ τον αγώνα του
στάζει στο μάτι μου.

Δεν του δίνω πια καμία σημασία
δεν το κοιτάζω καν,
κι όλο μ’ αρέσει να μυρίζω
τα σεντόνια μας.
Όμως άγνωστο γιατί,
ίσως κάτι μου κάνει το αίμα
από κείνο το ταλαίπωρο πουλί
μέσα στο μάτι μου
και βρίσκομαι έξω ,
στην πάχνη την πρωινή .
Κοιτάζω
να φεύγουν,
να χάνονται,
στο άσπρο
όσα μου πήραν οι καιροί.
Κάποιο καρφωμένο μέσα μου βλέμμα
να μένει πεισματικά πίσω,
αλλά και κείνο σε λίγο
να σταματά να με πονά.

Να μου φωνάζει
από μακριά ένας καιρός ,
σαν τον πονόψυχο ληστή
που μου πήρε θησαυρό
κι ας ήταν καλά φυλαγμένος
κάτω από το στρώμα .
Μη σκας .
όλα είναι δω.
Ο χρόνος σας έτσι κι αλλιώς
μόνον σκιά του χώματος στο χώμα.

______________________________________

2/

Δημόσιος δρόμος

Αγναντεύει πέρα από τη μυρωδιά
της ανθισμένης φλαμουριάς.
Πέρα από τις φωνές που βγάζουν
οι κάργιες στα ταβάνια.
Πέρα από τις φωλιές των χελιδονιών που έκαμαν μικρά.
Πάνω στα υψώματα
μέσα στη ζέστη
των μεσημεριών
βάζοντας σκιά το χέρι της
πέρα μακριά
απο τον κόσμο της,
αγναντεύει επίμονα
έναν δημόσιο δρόμο.

_______________________________________

3/

Πελαργέ μου

Αρχινούν τραγούδια πένθιμα.
Τα λιγοστά φώτα.
Καίγονται κι αυτά.
Αναβοσβήνουν πρώτα σα ψάρια
που σπαρταρούν
μέρες που ξεραίνονται
από τις ζέστες τα νερά.
Κι εσύ εκεί ψηλά πελαργέ μου,
με τ’ αδύνατα πόδια
από τους τόσους δρόμους,
Με γυρτό το λαιμό .
Στο μπαλκόνι σου
πάνω το μισογκρεμισμένο.
Όρθιος.
Με το σώβρακο.
Κατακαλόκαιρο.
Με μούσια.
Με άγριο μάτι του ασκητή.
Ευλογείς τ ‘αυτοκίνητα.
Που περνούν απ’ το δρόμο.
Και που σπάνια
σε παίρνουν ότο στοπ
από φόβο.

__________________________________

4/

Γυμνοσάλιαγκες

Έπαιρνε το χώμα
κάθε μέρα
από τα πόδια μας ο αέρας.
Κάτι τεράστιοι ανεμιστήρες
στις γωνίες.
Με τις πορτοκαλιές τις ανθισμένες.
Τις ιαματικές ρίζες της κυδωνιάς.
Τα ποτάμια φίδια κοκαλωμένα
στα νύχια του αετού.
Τις λίμνες να τις στριφογυρίζει
φωνάζοντας σα λεκάνες
γεμάτες βρώμικα νερά
η μαϊμού.
Και τις θάλασσες ,
τις απέραντες θάλασσες,
που γίναν τέντες γαλάζιες
για να θυμίζουν ουρανούς.

Εμείς.
Μες στους στεγνούς βυθούς.
Γυμνοσάλιαγκες.
Τι θέση να χουμε εκεί;
Σε τέτοια παράσταση
τόσου μεγάλου τσίρκου;
Χωρίς χειροκροτήματα
σερνόμαστε στην ξέρα.
Κι αφήνουμε τα μέλη μας.
Αφήνουμε τα μέλη μας.
Μέρα τη μέρα .
Στις άχαρες εκτάσεις.

_____________________________

5/

Παλιό μαγαζί

Πλήρωσε κάτι στη νύχτα.
Δώσε της έστω
λίγο αναστεναγμό παραπάνω .
Να σε πάει στο λάρυγγα
βαθιά
του ουρανού.
Εκεί που δονείται σα χορδή το φεγγάρι. Να σε καταπιεί.
Κι εκεί που θα χάνεσαι.
Ν ακουστεί η φωνή του ,
σαν τη δική σου τη φωνή
που έχεις να βγάλεις χρόνια .
Σαν την κρυφή σου.

Διασχίζεις έναν άγνωστο δρόμο
γεμάτο πλατάνια.
Σταματάς σε μαγαζί παλιό.
Πεινάς.
Κάτι να φας.
Τα τραπέζια γεμάτα αποφάγια.
Μια γυναίκα κοιτάζει ποτάμια
στη σκουριασμένη βρύση
που τρέχει.
Κι ακουμπά τα μάγουλα
στα χέρια νυσταγμένη.
Από παντού πέφτουν σοβάδες.
Κι από κει κάτι λαμπερό ξεπροβάλλει.
Κρύβεσαι πίσω από την πόρτα .
Μην τρομάξει όταν απότομα σε δει , καθώς την ξυπνά ήχος δυνατός κι οξύς. Απο το ταβάνι πέφτει
μεγάλο κομμάτι σοβά.
Και φαίνονται καθαρά
οι προθέσεις μιας τέτοιας νύχτας.

Θέλει να σας πάρει.
Να σας καταπιεί.
Μαζί .
Αυτή τη γυναίκα κι εσένα .
Το ήξερες τώρα.
Γι’ αυτό σε έβγαλε
σ’ αυτό το ξεχασμένο
απ’ όλους μαγαζί.
______________________________________

6/

Τζάμια

Κάθομαι .
Χρόνια που έρχονται.
Χρόνια που φεύγουν .
Στα τζάμια.
Τραβούν καθώς λένε
οι παλιές τα τζάμια
τις αστραπές .
Μέρες που βρέχει.
Ανοίγω το στόμα στη φωτιά,
στη γλώσσα την κόκκινη τη λεπτή ,
να έρθει να μου κάψει
σαν τον εραστή που τόσο
με πόθησε πολύ,
τον ουρανίσκο.
Μου έμεινε τούτη η συνήθεια.
Κι όταν κουράζεται το στόμα.
Σαν μία πόρτα
που δεν πέρασε κανένας
και σκούριασε έτσι ανοιχτή
και τρίζει λυπημένα,
βγαίνω έξω.
Περπατώ.
Βρέχει.
Και στο θάνατο.
Και στη ζωή .
Και πέρα μακριά εκεί
που αυτά τα δυο
γίνονται ένα .
Κι είναι βαρύ εγω
να τα κρατώ ξεχωριστά.
Τα ζωντανά.
Από τα πεθαμένα.

Που όταν βρέχει ,
δεν μυρίζει η βροχή.
Μυρίζουν τα σεντόνια
στα κρεβάτια που ξενύχτισαν.
Τα χώματα που είχαν το χνάρι τους
και το ‘χασαν .
Όταν βρέχει δε μυρίζει η βροχή.
Τα ρούχα τους μυρίζουν βρεγμένα
απ’ τους ιδρώτες .
Που τ’ άφησαν στην άκρη κάποιου ποταμού και φύγανε γυμνοί.
______________________________________

7/

Το γεράκι

Έχει μέρες,
ακούω ένα γεράκι.
Δεν μπορώ να το δω.
Η φωνή του μόνο ακούγεται.
Να βάζει τελεία σε ό,τι πω.
Συνεχίζω να μιλώ μετά αλλιώτικα.
Όλες μου οι λέξεις αναμετριούνται
μαζί του.
Αν ανοίξω
μου φαίνεται το στόμα
θα μιλήσω σαν κι εκείνο.
Με τον ήχο του.
Τις περισσότερες φορές σωπαίνω.
Κόβω την κουβέντα απότομα.
Ξαφνικά.
Με κοιτάζουν καχύποπτα.
Όσοι μαζί τους τυχαίνει να συνομιλώ.
Κρυφογελώ.
Γιατί χωρίς να το καταλαβαίνουν
η φωνή τους γίνεται λίγο πιο ψιλή.
Λες και την άρπαξε με τα νύχια.
Και τη σήκωσε.
Το γεράκι πουθενά.
Μέρες κοιτάζω ψηλά
τον ουρανό
Μήπως το δω.

______________________________________

8/

Αρρωστάκι

Επειδή τρέμω μπροστά σε σένα,
σε σένα μόνο.
Σε κανέναν άλλον.
Θα ήθελα άμα με βλέπεις,
έστω από ευγένεια,
να μου δίνεις μιά καρέκλα να κάθομαι.
Όπως κάνεις σε κάποιον άρρωστο,
κάποιον ανάπηρο
που λίγο όσο να’ ναι συμπονάς.
Κι ύστερα δε θα ‘ναι μόνο αυτό.
Τέτοιους αρρώστους
πάντοτε τους είχαν για ιερούς.
Τους είχαν και κοιμότανε
μέσα στους ναούς.
Κι όλοι όσοι ερχότανε
ικέτες να τους δούνε,
μουρμούριζαν μια προσευχή.
Κάτι σαν έρωτα έρωτα ελέησον ημάς.
Κι όλο φτύναν πυκνά
τον γκόρφο τους
λέγοντας
μακριά από μάς.

______________________________________

9/

Βουή

Παλεύω τη βουή του ποταμού .
Που κυλά ορμητικά.
Με φόβο.
Που ούτε στ’ αυτιά μου χωράει.
Ούτε στο χαρτί.
Μα πάντοτε νικά.
Με αφήνει πίσω σε ελώδη σιωπή.
Γεμάτη κουνούπια,
μύγες,
και πράσινη σήψη.
Αρρωσταίνω με πυρετό.
Λίγο προτού πεθάνω,
λίγο προτού
την ανάσα που λεν την τελική,
αρχινά και βρέχει.
Βρέχει.
Και ξεπλένονται οι μύγες,
τα κουνούπια,
τα σάπια όλα.
Αρχίζω και φουσκώνω.
Σαν να ‘ μαι γυναίκα έγκυος.
Που σπάνε τα νερά .
Φωνάζω γερά για να μ ακούσει.
Ε!!
ποταμέ!
Για δες σε νίκησα.
Είμαι κι εγώ ποτάμι.
Και η βουή.
Πάλι.
Που ούτε στ’ αυτιά μου χωρά.
Ούτε και στο χαρτί.

______________________________________

10/

Φύλακας

Το ένα μου μάτι έφυγε .
Το αποχαιρέτησα σήμερα.
Σε ρεύμα θερμό
Πάνω από το κοφτερό
περίγραμμα των μορφών.
Πάνω από το βουητό της πεταλούδας.
Που πέρασε με μια παράξενη βασανισμένη αγρύπνια
μέσα από τη νύχτα.
Κι έβαψε.
Μαύρο το φτερό της και βαρύ.
Και να πετάξει δεν μπορεί.
Μα το παλεύει
βουίζοντας στη γωνιά της.

Αποχαιρέτησα το ένα μου μάτι.
Σίγουρο.
Για τον μεγάλο που ανοίγεται
μπροστά του δρόμο.
Χωρίς εμπόδιο.
Χωρίς φόβο.
Κανέναν.
Κι έβαλα το άλλο μου μάτι φύλακα.
Με βλέμμα σκληρό κι ακονισμένο
να τρυπά τον κάθε εισβολέα.

______________________________________

11/

Συμπληγάδες

Δέσετε μου σφιχτά τα χέρια.
Βάλετε σύρματα στα πόδια
και χαλκάδες.
Εδώ που ήρθα νύχτωσα.
Κι ακούω στο σκοτάδι σειρήνες
να χτυπιούνται συμπληγάδες.
Κι αν πάνω στο μεθύσι μου
Θα σας παρακαλώ .
Μ’ αφήστε με .
Μα λύστε με .
Να γίνω περιστέρι .
Γνωρίζει ο καιρός μεταμορφώσεις.
Σεις να με σφίγγετε καλά.
Δόντια οι πέτρες κοφτερά.

______________________________________

12/

Αηδόνι

Ας ησυχάσω κάποτε
μέσα στα γκρεμισμένα.
Ας πω έτσι είναι.
Να βάλω το κεφάλι μου
κάτω από μία κόγχη.
Κι ας σείεται η παράγκα μου
άμα περνούνε τρένα.
Και πιο πολύ οι έρωτες .
Αυτοί ας μου φωνάζουν
απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα
ως που να σβήνουν οι φωνές.
Και να κοιτώ απέναντι
μέσα στην ησυχία ,
την άνοιξη να κρέμεται.
Σ’ ένα καρφί σαν έτοιμη να πέσει.
Και κει μέσα σ’ αυτή τη ζωγραφιά.
Ν’ ακούσω να μου κελαηδεί .
Τον πιο γλυκό κελαηδισμό.
Ένα βουβό αηδόνι.

______________________________________

13/

Οι γραφές του σκαραβαίου.

Περίεργα μου τα λες απόψε.
Σε χόρεψαν αλλόκοτες σκιές
μες στα σοκάκια.
Σου γέμισαν τις τζέπες μυστικά.
Κάτι γραφές που αφήνει
απάνω στην άμμο ο σκαραβαίος
μου διαβάζεις.
Στη φυγή του.
Με τρομάζεις.
Όπως τρομάζουν τους ήσυχους ανθρώπους οι τρελοί.
Σου βγάζω τα ρούχα.
Σε βλέπω βαρύ και σε λυπάμαι.
Ένα ένα τα τινάζω.
Και πέφτει άμμος
κι ακρογιαλιές
που γυρεύουν θάλασσες
να ανασάνουν.
Γυρεύουν κύματα ζωντανά
που να χτυπούν στα στήθη τους
λες κι ήτανε καρδιές.

Εγώ.
Είπα να σε γλυκάνω .
Εγώ Θα μεγαλώσω για σένα .
θα πλαταίνω.
Κοίτα με.
Με κοίταξες.
Όπως κοιτούν τα μάτια
εκτάσεις ανοιχτές.

______________________________________

14/

Κάθετη γραμμή

Τον κοιτώ που περπατά.
Ψηλό.
Ευθυτενή.
Σχίζει τον αέρα σαν κάθετη γραμμή.
Τρέχω και κρεμιέμαι απ’ το λαιμό του.
Μη περπατάς άλλο.
Κάθισε σε μιαν άκρη.
Να σβηστούν τα βήματα σου.
Τα χώματα εχθρικά.
Ο αέρας γεμάτος αίμα
που σε βάφει αγνώριστο.
Εσύ που πολεμάς με την κραυγή σου.
Που την κρατάς δεμένη σαν αρνί
με σχοινί για θυσία.
Κάθισε μαζί μου
κατ’ απ’ αυτά τα δέντρα.
Ν’ αγκαλιαστούμε
σα θηρία σε χειμερία νάρκη.
Δεν μπορεί .
Κάποτε θα περάσουν οι χειμώνες.
Να ακούμε μόνον τις ρίζες
που απλώνονται σιγά στη γη.
Και τους σπόρους που σκάνε
σαν τους ταράζουν οι οργασμοί.

______________________________________

15/

Ριγκ

Θα πηδήξω
πάνω απο το πλέγμα μιας άνοιξης
που βρέχει ασταμάτητα
μουρμουρίζοντας παλιά τραγούδια
για μύρο και την ευωδιά του.
Θα προλάβει να με κρατήσει
στο χείλος μιάς αβύσσου
απ’ τη μπλουζα ,
το κίτρινο φώς της
πάνω σ’ έναν μαντρότοιχο
με τσιμεντογωνίες .
Θα βρεθώ σε ποτάμια
που τα κόβουν μεγάλες πέτρες
ρυθμικά για να μετρούν το χρόνο.
Εκεί απάνω στ’ άνοιγμα της πέτρας
πριν κατέβει ,
μέσα θα περάσω.
Μέσα στο χρόνο,
μέσα στο κίτρινο το φως
της βροχερής μου άνοιξης.
Κάτι γι αθάνατο νερό
μπορεί και να ψελλίσω.
Να περπατήσω.
Να δω τα μελλούμενα,
κι εκείνα που πέρασαν,
σ ένα ριγκ του μποξ
να κάνουν πως παλεύουν .
Να χειροκροτώ περαστική γελώντας,
γιουχάροντας,
μια κάποια αγριότητα.
Λίγο κόκκινο πάνω στο κίτρινο φως.
Για κείνα που δεν έγιναν
μα έπρεπε να γίνουν.

______________________________________

16/

Το τελευταίο σπυρί.

Πάντοτε,
ότι πέρασαν σκέφτομαι τα χρόνια
και είναι αργά τώρα πια για όλα.
Το καπέλο μου το μαρτυρά
που είναι τρίμματα.
Στο χέρι μου άδειο λουρί χωρίς σκύλο.
Τι το θέλω
και το κρατώ σφιχτά.
Κάποτε στην καρυδιά μου
τον ειχα δεμένο στην αυλή,
γαύγιζε με ήχο γνώριμο
κάθε μου μέρα μοχθηρή
και είχα χρόνο
να ετοιμαστώ.
Να γεμίσω τα ντουφέκια μου.
Λιγοστοί άνθρωποι στη γειτονιά μου.
Αλωνίζει ένας ήλιος σακάτης
τα στάχυα μου.
Παραδίνω τη δύναμη μου.
Στις μεγάλες αποθήκες των πόλεων.
Στα σκουριασμένα σελό της επαρχίας
και περπατώντας καταλήγω πάντοτε στη θάλασσα.
Μ’ ένα σπυρί.
Το τελευταίο της δύναμης μου
στη τζέπη.

Σου φέρνω της λέω
το τελευταίο μου σπυρί
το κράτησα για σένα.
Που δεν τελειώνεις ποτέ.
Της το πετώ.
Και κείνη μου βγάζει απ το βυθό της
μια άσπρη φοράδα θαλασσινή.
Να την καβαλω
να μην κουράζομαι
χωρίς δύναμη στους δρόμους.

______________________________________

17/

Έξυπνος

Έξυπνος .
Σα λιποτάκτης .
Που βρήκε τρόπο
να τη βγάλει καθαρή από τη μάχη,
παρουσιάζεσαι μπροστά μου.
Με τα όπλα σου στη ράχη.
Με ένα σκίσιμο βαθύ στον αγκώνα .
Που σέρνουσαν κρυφά να τη γλυτώσεις.
Μου το δείχνεις κλείνοντας μου συνωμοτικά το μάτι.
Και μου δίνεις βελόνα και κλωστή
να σου το ράψω.
Μα με την πρώτη βελονιά .
Ξυπνά η γενναία σου ζωή.
Η άλλη .
Εκείνη που δεν αξιώθηκες
ποτέ σου να τη ζήσεις .
Και με παρακαλεί να σε σκοτώσω.
Και ποιος της είπε πως είμαι γενναία.
Πως δε δραπέτευσα πολλές φορές
κι εγώ από τις μάχες
αφήνοντας πίσω μου κομμάτια τους συντρόφους;
Έλα .
Κοιμήσου μαζί μου .
Γυρνώ και σου λέω.
Εδώ μες στην κρυψώνα του λαγού.
Και βάλε μου το τραύμα σου .
Να το ‘χω μαξιλάρι.
Κι όσο ο ύπνος θα με πάρει
κι όσο το σώμα μου θα λύνεται βαρύ,
τόσο πιο πολύ το τραύμα σου λυτρωτικά θα σε πονά
κι αίμα ζεστό θα στάζει.
Μεθυσμένη από τη μυρωδιά
του αίματος
θα σ’ ονειρεύομαι στις μάχες
που δεν έδωσες να πολεμάς
και με όψη απόκοσμη
να μου φωνάζεις
ή ταν τώρα πια ή επί τας.

______________________________________

18/

Όπως παύει.

Όπως παύει κάποτε να βρωμά.
Εκείνο που πέθανε,
κι έμεινε άθαφτο καιρό,
παύουν όλα κάποτε.
Ησυχάζουν.
Και κείνα που ξεμπέρδεψαν
μια και καλή με τις σωτηρίες.
Και τα άλλα
που φοβούνται
κακουχίες και θανάτους.
Ησυχάζει κι εκείνο το δάχτυλο σου
που είναι κλαράκι κομμένο
και τρέμει στην ανάσα.
Τι μου κλείνεις μ’ αυτό το στόμα.
Να μη μιλώ;
Εγώ σου λέω.
Άμα δεν πω
για κείνο που κουβάλησες
στην πλάτη
σαν το σακί
να θεμελιώσεις σπίτι.
Θα χαθεί .
Θα σβήσει.
Θ’ ανοίξει μια πληγή
στα σίγουρα ο χρόνος.
Και θα τρέξει.
Στο τέλος τίποτα.
Δε θα μείνει.
Να πας.
Μια άδεια κλεψύδρα.
Και θα ζητάς τα λόγια μου.
Θα ζητάς να σου διηγηθώ
εκείνη την παλιά ιστορία.
Πως το σπίτι σου ,
το θεμελίωσες γερό
και σίγουρο πάνω σε γρανίτη.
Μ’ ένα Α κεφαλαίο για σκεπή.

Αυτά σου τα λέω εγώ.
Που με ξέρεις .
Μόνο τη σιωπή υπηρετώ .
Αυτήν αναγνωρίζω για πατρίδα.
Σ’ αυτήν θέλω να επιστρέψω.
Μπαλώνοντας κάτι σκισμένα δίχτυα.
Μυρίζοντας σαν το κουτάβι
στον αέρα τη μυρωδιά της.
Να φτάσω κοντά της.
Να κουρνιάσω
κάτω απ’ τη ζεστή της τρίχα.
Να αποκοιμηθώ.
Να ησυχάσω.

___________________________________

19/

Συνοικία λαϊκή.

Ξεθύμανε πάλι στο πρώτο όργωμα
η υγρασία σου.
Άνοιγαν τα χώματά σου αγκαλιές.
Έρχονταν από μακριά
ντυμένοι μέταλλο σκληρό οι εραστές.
Γέμιζες τα σακίδια σου
όλα με φωνές.
Θα φύγω φώναζες .
Προς όλες τις μεριές .
Ν ακούσουν τα σημεία .
Ο Βορράς .
Ο Νότος.
Η Ανατολή.
Και τελευταία άφηνες τη Δύση.
Καθώς κοίταζες να χάνεται στο ανοιχτό το στόμα της ο ήλιος.
Και κει λίγο προτού
τον καταπιεί.
Λίγο προτού την τελική του
σπίθα,
Θα φύγω .
Φώναζες πιο δυνατά ,
Κι αυτή τρεμόπαιζε σαν το κερί
μέχρι να σβήσει.

Τα φώτα μετά άναβαν.
Τα φορτηγά κορνάρανε
στο δρόμο.
Περνάς τη γέφυρα εκείνη
τη στενή από λαμαρίνα.
Πάνω από την εθνική
λίγο έξω απ την Αθήνα.

Τρέμεις.
Τόσο σίδερο.
Μέσα.
Ως μέσα στη σάρκα σου.
Τόσο κρύο.
Ορμητικά περνούν τα φορτηγά.
Σε παίρνει ο αέρας
Απ ‘ την ταχύτητα τους
σαν το φύλλο να σε ρίξει
απ’ το δέντρο.
Πέρασες πέρα
Με τα μάτια κλειστά.
Όπως το άλογο.
Όταν περνά ποτάμια .
κι όλο τρομάζει απ’ τα νερά.

Βρέθηκες σε συνοικία λαϊκή.
Σ ‘ ένα τοπίο που ξέφτιζε γελοίο.
Με παράγκες σκουριασμένες.
Με πολυκατοικίες αφημένες
να σαπίζουν νεόκτιστες
και στα σκουπίδια,
ένα τεράστιο ψυγείο.

Κάποιο βουνό μακριά κοιτάς.
Πέφτουν τα μάτια πάνω του.
Χωρίς να το θέλεις.
Κοιτάς που γλύφει
την άσπρη χιονισμένη ράχη του
σα ράθυμο θηρίο.

___________________________________

20/

Μολών λαβέ

Εκεί πίσω που χάραξε.
Κι έρχεται λίγο φώς στο σκοτάδι
της ίδιας πάντα ημέρας .
Μέσ απ τις κάσες
με τις μπύρες
τις φτηνές
και τις ρετσίνες,
είδες.
Αλλού φωτεινούς.
Αλλού σκοτεινούς.
Τους μεθυσμένους.
Με δύο δόντια σάπια
στο στόμα
Να δαγκάνουν μ αυτά
τη γλώσσα τους .
Κάθε φορά που λεν
να μην εγκαταλείψουνε
τις θέσεις.
Μη φύγει κανείς.
Γιατί θυμάται ο νους τους
Και φοβάται.
Πως σα φρύγανα τους παίρνει.
Αν πει να φυσήξει.
Τους σκορπά στις στράτες.
Τι κι αν τώρα
ένας ήλιος αλκοολικός τους φυλάει.
Γαβγίζοντας κάθε φορά.
Που πάει κάποιος να πληρώσει.
Και βγάζει απ τη τζέπη του λεφτά.
Ουρλιάζοντας δυνατά
άμα κοιτά τα χρήματα.
Τότε όμως.
Κάποιες φορές.
Είναι.
Που μερικοί από αυτούς.
Βγάζοντας έναν παλιόν
των παππούδων τους σουγιά ,
τον σηκώνουν ψηλά .
Και φωνάζουν.
Παίρνοντας θάρρος από κείνο το σκυλί.
Ας έρθουν να μας πάρουν.
Μολών λαβέ.
Με μια φωνή.
Και όλοι τύφλα στο μεθύσι.
Τριγύρω.
Μ απορία τους κοιτάζουν.

______________________________________

21/

Το μεγάλο σύννεφο.

Ξυπνούσε πάντα νωρίς.
Και ας μην κοιμούνταν πολύ
τα βράδια.
Άνοιγε τα παράθυρα.
Έξω στα περβάζια πιθάρια
που έβαζαν να μάσουν
στάλα τη στάλα τη βροχή.

Μέσα έσταζε λέξη τη λέξη
μια υφάλμυρη σιωπή
που σε διψούσε
και γέμιζε το σπίτι .
Ως το ταβάνι.
Πνίγονταν πολλοί.
Έβγαιναν τα κουφάρια
ως ανοιχτά πέρα απ’ τα σύνορα τους,
που αντάμωνε η θάλασσα
με το μεγάλο σύννεφο
κι όλο ρουφά ρουφάει
το νερά της.

Περνούσαν πάντα ίδια χρόνια.
Έπεφταν τα περβάζια.
Και φαίνουνταν τα σίδερα .
έβγαζαν τα μάτια τους άμα έσκυφταν πολύ,
να δουν μέσα βαθιά στη μνήμη.

Χάνομαι φώναζα κι εγώ.
Και πιάνουμαν απ’ την υγρή την πέτρα.
Λίγος απόμεινε καιρός γι’ απολογίες.

_______________________________

22/

Κοκόρια

Να λύσετε τα κοκόρια.
Να τα αφήσετε να φύγουν.
Όλα.
Φτάνει.
Αγρίεψαν.
Που τα έχετε δεμένα απ το ποδάρι
τόσες και τόσες νύχτες.
Σ ένα τσουβάλι μέσα
κι απέξω μόνο τα νύχια τους
να γδέρνουν τους δρόμους.

Τόσες ανατολές ανήγγειλαν.
Δώδεκα ακριβώς στις ώρες
τις νυχτερινές λαλούσαν.
Και τώρα αχάριστοι,
τα τσουβαλιάσατε σε μια πληγή
από χάος βαθύ που ζέχνει
χωρίς τέλος.
Χωρίς χρόνο.

Καταλαβαίνεις μόνο
πως περνούν οι μέρες σου,
πως περνούν οι νύχτες σου,
καθώς βλέπεις να καθρεφτίζονται
στο αίμα
οι ήλιοι ,
τα φεγγάρια,
σα σπίθες
από φωτιά κάπου μακριά ,
κάπου μετά,
που θα καίει.

Σηκώνεσαι όρθιος στις μύτες
να τη δεις.
Ολόκληρος νοτισμένο φυτίλι.

____________________________________

23/

Μαύρο ψάρι

Αυτός ήρθε .
Έχει χρόνια
Που έφερνε τη λέξη ζωντανή
μες στο υγρό του στόμα.
Από τα αμέτρητα βάθη .
Εκεί που είδε να κολυμπά
αργά το μεγάλο μαύρο ψάρι .
Κυκλώνοντας με την ουρά του.
Τις ρίζες των αιώνων.
Σχηματίζοντας μια μολυβένια λίμνη .

Εδώ που ήρθε πόλεμος.
Φτύνει τη λέξη καταγή.
Ανοίγει το στόμα .
Στην κραυγή .
Την άναρθρη.
Ψάχνει για όπλα .
Ψάχνει για κρυψώνα.
Παίρνει την λίμνη
ασπίδα .
Με το μάτι του ψαριού
στο κέντρο να γυαλίζει.
Μία φτηνή ακονισμένη ελπίδα
που’ χει στην
άκρη δηλητήριο
δυνατό
παραισθησιογόνο.
Και πολεμά.
Ξεχνώντας.

Στη σιωπή καμιά φόρα
του τέλους,
ή στο ζοφερό
το μάτι του συντρόφου
νιώθει τη γλώσσα του
αμάθητη
ξανά,
να σχηματίζει φθόγγους.

______________________________________

24/

Έκλειψη

Ξύπνησα στη σκάλα.
Πιωμένη.
Με πάτησαν πεντέξη.
Στα πλευρά,
στα πόδια,
στα χέρια,
στη μέση.

Ποιος νοιάζεται για μένα.
Εδώ σου λέει δάγκασε
ο λύκος το φεγγάρι.
Κι όλοι μαζί αυτοί ανεβαίνουνε,
με όπλα,
με φωνές,
με δαδιά στα χέρια αναμμένα
να το σώσουν.
Που έσταζαν μαύρο μολύβι
οι πληγές του.
Μα τι τους πιάνει.
Ποια τρέλα.
Και κει στα μισά.
Σταματούν.
Και παίρνουν
και τρώνε σύκα
απ’ τα ψηλά τα δέντρα
τα άφταστα στο κάθε μέρα.
Που έχουν το γάλα τους έρωτες
με δηλητήριο στην ψίχα.
Κι αυτοί όλο ρουφούν.
Κοίταζα από κάτω να περνούν σφυρίζοντας τα τρένα.
Πλοία να δένουν ρίχνοντας
άγκυρες σε γκρεμούς.
Αρχίζω να μιλώ
όπως το χώμα
που έσταξε πάνω του
μία σταγόνα από κείνο το αίμα.

Δεν θα φυτρώνει τώρα τίποτα
στο δέρμα σου.
Μου λες.
Μόνο δέντρα.
Να έχουν κρεμασμένα
για καρπό φεγγάρια
που τα έφαγαν στις άκρες οι σκιές.

______________________________________

25/

Πλοιοκτήτης

Έχω καράβια.
Ριγμένα στα λασπόνερα των δρόμων.
Εκεί που ξεδιψά η γεννημένη περιστέρα.
Εμένα μου αρκεί.
Κι ας μην τα ταξιδεύω.
Μου αρκεί ,
που για λίγο ακουμπούν
στο ράμφος της.
Που τα φιλεί,
που τα φωνάζει
να βγουν μαζί παρέα στα σύννεφα.
Και ως τη σήψη τους,
ως μέσα στην πολυκαιρισμένη τους σκουριά αντηχεί η φωνή της.
Ν’ αναριγούνε εκείνα τα λασπόνερα σηκώνοντας κύματα θαλασσινά,
ν’ αναριγούν και τα καράβια μου
απ’ τη λαχτάρα της φυγής τους.

_______________________________

26/

Ριπή

Δεν άργησαν.
Στην ώρα του κελάηδησε το αηδόνι.
Ο κόκορας στην ώρα του
ξέσκισε το λαιμό του
κι έγινε λίγο κόκκινη η αυγή.
Εσύ μ’ ένα σκυλί στην αγκαλιά .
που του γιατρεύεις την πληγή .
Κάθε μέρα.
Οι αντικατοπτρισμοί στις άκρες
των βρεγμένων δρόμων
που μάζεψαν θολά νερά των ταξιδιών
και μέσα αθωώνονται τα σύννεφα αδίστακτων καιρών.
Εκείνη η ριπή του τυχαίου
που μας αποθανάτισε σε μια βαθιά στιγμή.
Μέτα όλα άλλαξαν,
σκόρπισαν.
Ξαφνικά.
Το αηδόνι έσβησε στην υγρασία
σα να τανε κερί.
Ο κόκορας σκέφτηκε τον εαυτό του οικονομήθηκε.
Σταμάτησε να γδέρνει το λαιμό του.
Χάθηκε εκείνη η στάλα αίμα την αυγή.
Το σπέρμα του στον κρόκο.
Ο σκύλος γιατρεύτηκε
Πήδηξε απ’ την αγκαλιά σου
κι έφυγε.
Για πάντα.
Εσύ ακόμα περιμένεις .
όρθιος με άδεια χέρια
μιαν επιστροφή.

______________________________________

27/

Ακρίδα

Οι μέρες άδειες από καρπό.
Μεγάλη ακρίδα η νύχτα πηδά
και πέφτει πάνω μας αλαφιασμένη
από την πείνα.
Ανάμεσ’ απ’ τα διάφανα φτερά της κοιταζόμαστε.
Περιμένουμε τη σειρά μας .
Σα γέροντες.
Μιλώντας μόνο για νεκρούς.
Για τα κόκαλα τους
που πρέπει να βγουν,
να βάλουν άλλους.

Εγώ είμαι νέα φωνάζω
πολύ δυνατά .
Πέφτει πάνω στο κεφάλι μου
η εξάτμιση ενός διαλυμένου αυτοκίνητου.
Βουνά.
Και από πέρα μακριά έρχονται πουλιά
στρίβοντας την ουρά τους σα τιμόνι.
Αποστρέφοντας το ταξίδι τους από τούτη τη στοιβαγμένη μας σκουριά.

_______________________________________

28/

Παρέλαση

Τώρα που αδειάζουνε σακιά
στους δρόμους το σιτάρι
και γύρω σέρνεται από παλιά
μία ζητιάνα πείνα,
σπόροι πεισματικοί φυτρώνουν
στα τσιμέντα.
Κι εμείς βουβοί καθόμαστε,
γεράσανε τα λόγια,
στην ξεφτισμένη τέντα.
Στη θέση των επίσημων.
Κοιτούμε τη ζωή μας
να περνά σε μια παρέλαση σκληρή.
Αόρατοι για μας οι εχθροί
σε βάρβαρην αρένα.

_______________________________________

29/

Ξεφτίζει

Ξεφτίζει μια μέρα μας ακόμα.
Την πιάνουν κάτι γλυκόλαλα πουλιά
στο ράμφος και τραβούνε.
Ξεφτίζουν μαζί
οι ουρανοί μας
οι σίγουροι
των προσευχών
και των δεήσεων
με το γόνα μας
που κλίνει καταγής
χτυπώντας του ο θάνατος
με ένα βαρύ τσεκούρι.
Ξεφτίζει κι αυτή
η ζέστη
της μητρικής μας αγκαλιάς
μέσα στα στάρια
τα πράσινα ακόμα
που μυρίζουν
από την υπόσχεση της ηδονής.
Να γαργαλά πάντα τον έρωτα
μ’ ένα φτερό στη φτέρνα
να γελά.
Χωρίς να έχει πρόσωπο
ή προσδοκία .
καμία.

Ξεφτίζει η φωνή μας
αφήνοντας ένα σφύριγμα
όπως αφήνει το κενό στ’ αυτιά.
Λίγο πριν τη λιγοθυμία.
Εκεί μέσα στ’ ανείπωτο.
Ν’ ακούγεται και να επιμένει.

Κύματα τα κεραμίδια των σπιτιών μας.
Πάνω στη σκεπή φουρτουνιασμένη
η θάλασσά μας ,
γεμίζει με αφρούς
κι με απόνερα την κλειστή
την κάμαρά μας.

_______________________________________

30/

Καπνά

Εδώ οι εργάτες μαζεύουνε καπνά .
Κι ακούνε τραγούδια
της πατρίδας τους.
Ανασαίνει βαθιά η νύχτα
φουσκώνοντας
τα μαύρα της τα στήθη.
Να έρθετε .
Να έρθετε να σας βυζάξω
τους φωνάζει με φωνή βραχνή .
Απ’ τα πολλά τσιγάρα.
Έχω γάλα που χύνεται ποτάμι.

Σηκώνουν όλοι τότε ψηλά
τα μάτια τους
χωρίς να καταλαβαίνουν
το γιατί.
Αύριο
θα πάρουν τα λεφτά τους
και θα φύγουν.
Αυτό τους νοιάζει.

Έρχομαι εγώ φωνάζει .
Και γλύφει τα χοντρά του
χείλια το φεγγάρι.
Άλογα καλπάζουνε πιο κει.
Κομήτες.
Και τι είναι αυτό
καταμεσιου στον ουρανό
μιαν ασημένια φούσκα.

Εκείνο όμως δε φοβάται
μην το πατήσουν.
Θα φτάσει είναι σίγουρο
μέχρι τη ρόγα τη ζεστή
θα πιεί γάλα
ώσπου να πέσουνε
σκιές τα βλέφαρα του
τα βαριά
στ’ αγελαδίσια του τα μάτια,
Κι ήσυχα σα μωρό
ως ν’ αποκοιμηθεί.

_______________________________________

31/

Σπαρτιάτες

Κι όμως είναι καλά εδώ.
Δίπλα στο νερό.
Ανάμεσα στις χαμηλές πτήσεις
των χελιδονιών.
Στο επερχόμενο ταξίδι τους.
Στις γεμάτες λακκούβες των δρόμων
που γίνονται καθρέφτες
να γυαλίζεται το σύννεφο,
να χτενίζεται,
λίγο προτού τον πόλεμο ,
λίγο προτού τη σύγκρουση
για την βροντή
και για την καταιγίδα.
Στο τεντωμένο δάχτυλο
κάποιου που λέει πως ανάξια ξεπουλήσαμε
ετούτη την πατρίδα.

______________________________________

32/

Πέτρες

Και να που ανεβαίνω μόνη πάλι
κάτι σκαλιά πέτρινα.
Με βήμα που το σέρνω βαρύ.
Οι πέτρες με γνωρίζουν,
ψιθυρίζουν τ’ όνομα μου,
παρηγορητικά.
Σα μανάδες που ξέρουν ν’ αγαπούν.
Τα χέρια μου ακουμπούν απάνω τους.
Μην πέσω.
Μη χαθώ.
Μη γείρω.
Ο,τι με συγκρατεί,
εκείνη η αφή πάνω στην πέτρα
τη ζεστή από τους τόσους ήλιους.
Περνούν τα χρόνια μου λέω.
_______________________________________

33/

Προορισμοί

Έχει το πουλί
στο κόκκαλο του στήθους του γραμμένη του ανέμου τη γλώσσα.
Όπως οι άνθρωποι λένε
πως έχουν τη μοίρα τους γραμμένη βαθιά στο καύκαλό τους.
Ένα προς ένα έχει κι αυτό
καθαρά χαραγμένα τα γράμματα
του ταξιδιού του.

Φουσκώνει το στήθος του
μέρες μέρες πολύ ,
και λέει όσα ο άνεμος
ποτέ δεν μπόρεσε να πει
αρθρώνοντας γλυκό κελαηδισμό
στη μέση ενός δάσους.
Κάτι νύχτες που ανελέητα
το διαμελίζουν οι προορισμοί.
Που το ταξίδι του απέραντο
μπροστά του ανοίγεται
τρομακτικά μεγάλο.

_______________________________________

34/

Φθινόπωρο

Θα μου ζητάς,
κρεμασμένος στα δέντρα ,
ίσα που θα κρατά
μία τρίχα η ζωή σου .
Να έρθω ,
να λύσω το σκοινί σου
Από πάνω φύλλα
που πέφτουν ,
θα μπαίνουν
στις τζέπες σου.
Θα βαραίνει ο χωρισμός.
Θα βαραίνει ο θάνατος.
Θα σπάει το σκοινί.
Θα πέφτεις
στο χώμα .
Κοντανασαίνοντας.
Ψιθυρίζοντας κάτι
για πιθανότητες.
Για μοίρα.
Για πάθη.
Για συναντήσεις εραστών
που έχουνε χρόνια να βρεθούν.
Αντί να σηκωθείς στα πόδια σου.
Να πατήσεις.
Να ζήσεις κι εσύ.
Θα μένεις εκεί .
Ξαπλωμένος στο υγρό χώμα.
Κοιτάζοντας αδιάφορα τον ουρανό.
Από πάνω οι μέρες,
τα φύλλα,
τα χρόνια.
Και το γλυκό μούδιασμα
του μάταιου του αγώνα.

______________________________________